Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Περί της Θεοτόκου.


Θεοτόκος είναι μια ελληνική λέξη, θρησκευτική προσαγόρευση, που σημαίνει "Εκείνη που τίκτει Θεό", (το δεύτερο συνθετικό -τόκος προέρχεται από το ρήμα τίκτω που σημαίνει γεννώ). Η προσαγόρευση Θεοτόκος (ως και Θεομήτωρ) χρησιμοποιήθηκαν από την πρωτοχριστιανική Εκκλησία για το πρόσωπο της Μαρίας της μητέρας του Ιησού Χριστού και καθιερώθηκε στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο ενώ θεσμοθετήθηκε η γενική αποδοχή από τις Δ' και Ε'

Θεοτόκος και πρωτοχριστιανική Εκκλησία

Πολλοί Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν τον "τίτλο" '''Θεοτόκος''' τουλάχιστον από τον τρίτο αιώνα μ.Χ.

Ο [Ωριγένης] το [230] μ.Χ. χρησιμοποίησε πρώτος το όνομα της Παρθένου Θεοτόκος. ερμηνεύοντας το κβ':23 του Δευτερονομίου, «την ήδη μεμνηστευμένην γυναίκα καλεί ούτω και επί του Ιωσήφ και της Θεοτόκου ελέχθη». Ο Ωριγένης, που κατακρίθηκε για άλλες κακοδοξίες του, δεν κατακρίθηκε για το όνομα ''Θεοτόκος'', πράγμα που θα συνέβαινε, αν αυτό ήταν κάποια καινούρια προσφώνηση και όχι παλαιά.

Ο [Διονύσιος ο Αλεξανδρείας] το [250] μ.Χ. σε επιστολή του προς τον Παύλο τον Σαμοσατέα λέγει: «τον σαρκωθέντα εκ της Αγίας Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας». Ο Γρηγόριος ο Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός το [275] (λόγος εις τον Ευαγγελισμόν) λέει: «ταύτης ουν της προφητείας την ωδήν η Αγία Θεοτόκος ανέπεμπε λέγουσα, Μεγαλύνει ή ψυχή μου τον Κύριον κτλ».

Ο Ιερός Μεθόδιος επίσκοπος Πατάρων και εκκλησιαστικός συγγραφέας (το [300]-[311]) λέει: «Και δη λαβομένη η Θεοτόκος τον εκ του αχράντου και παναμώμου αυτής θυσιαστηρίου σαρκωθέντα ζωοποιόν και ανέκφραστον άνθρακα, ως λαβίδι...» Και αλλού: «επί τούτοις παρρησιασάμενος ο δίκαιος, και τη προτροπή είξας της διακονησαμένης Θεώ προς ανθρώπους θεομήτορος...» Και αλλού πάλι «τι προς σε φθέγξομαι, ω μήτερ παρθένε, και παρθένε μήτερ; Πατρικοίς σε ύμνοις προσφθέγξομαι, θύγατερ Δαυίδ και μήτερ του Κυρίου και Θεού Δαυίδ... ω πασών γενεών υψηλοτέρα και πάντων ορατών τε και αοράτων δημιουργημάτων τιμιωτέρα φανείσα, διά σου γέγονε Κύριος ο Θεός των δυνάμεων μεθ' ημών. Εύγε εύγε - εύγε Μήτερ Θεού, και δούλη».

Ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος το [320], σε επιστολή προς τον Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρον τον επί της Α' οικουμενικής αγίας Συνόδου, και ο Άμμων Επίσκοπος Ανδριανουπόλεως, ονόμαζαν την Παρθένο Θεοτόκο. Και ο Παμφίλου Ευσέβιος το [320] (εν βίω Κωνσταντίνου κεφ. μγ'.) λέει: «Διό δη βασιλίς η θεοσεβεστάτη (Ελένη), της Θεοτόκου την κύησιν (ήτοι την Βηθλεέμ), μνήμασι θαυμαστοίς κατεκόσμοι». Επίσης ο ίδιος ονομάζει την Παρθένο Μητέρα Θεού, λέγων «ανάγκη γαρ τον δημιουργόν των έργων αυτού κήδεσθαι, επεί δε κοσμικώ σώματι πλησιάζειν εν τε τη γη χρονίζειν έμελλε, της χρείας τούτο απαιτούσης, νέαν τινά γέννησιν εαυτού εμηχανήσατο, χωρίς γαρ τοι γάμων σύλληψις, και Αγνής παρθενίας ειλείθυια, και Θεού μήτηρ, κόρη κτλ.» (βλ. αυτόθι σ. 162).

Ο [Μέγας Αθανάσιος] το [330] λέει «και αυτός δε ο Άγγελος δρώμενος ομολογεί απεστάλθαι παρά του δεσπότου, ως επί Ζαχαρίου ο Γαβριήλ, και επί της Θεοτόκου Μαρίας ο αυτός ωμολόγησε». Και πάλι «σκοπός τοίνυν ούτος και χαρακτήρ της αγίας Γραφής, ως πολλάκις είπομεν, διπλήν είναι την περί του Σωτήρας επαγγελίαν εν αυτή ότι τε αεί Θεός ων και υιός εστί, λόγος ων και απαύγασμα και σοφία του Πατρός, και ότι ύστερον δι' ημάς σάρκα λαβών εκ παρθένου της Θεοτόκου Μαρίας άνθρωπος γέγονε». Και πάλι «όθεν και γενομένης της σαρκός εκ της Θεοτόκου Μαρίας, αυτός λέγεται γεγεννήσθαι ο τοις άλλοις γέννησιν εις το είναι παρέχων και ο Ιωάννης γενομένης φωνής παρά της Θεοτόκου Μαρίας εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει». Και πάλι «πόσον αν τις είποι το καύχημα της Αγίας παρθένου, και θεοειδούς Μαρίας». Και αλλού, «Διό και παρθενομήτωρ ως Θεοτόκος η Αγία Μαρία.» (Αθανασ. λογ. γ. κατά Άρειον: τόμ. α' σελ. 563-579-583, τόμ. β' σελ. 824-875-1271 τόμ. γ' σελ. 1351 κ. εξ.).

Ο [Γρηγόριος ο Θεολόγος] το [370], (επιστ. προς Κληδ. τόμ. α' σελ. 738) κατά Απολλιναρίου, λέει: «Ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει χωρίς εστί της Θεότητος.» Και πάλι ο ίδιος (λόγος α' περί Υιού, προς Έλληνας) «Που γαρ εν τοις σοις έγνως Θεοτόκον παρθένον;» και στον λόγο λε' «Θεοτόκον παρθένον» ονομάζει την Παναγίαν.

Ο [Ιωάννης ο Χρυσόστομος] το [400] (λόγ. εις την Αγίαν παρθένον τόμ. ε' σελ. 876 Εκδ. Ετόν.) λέει: «Ουδέν τοίνυν εν βίω οίον η Θεοτόκος Μαρία, περίελθε, ω άνθρωπε, πάσαν την κτίσιν τω λογισμώ, και βλέπε ει εστίν ίσον ή μείζον της Αγίας Θεοτόκου παρθένου, περινόστησον την γην, περίβλεψον την θάλασσαν, πολυπραγμόνησον τον αέρα, τους ουρανούς τη διανοία ερεύνησον, τας αοράτους πάσας δυνάμεις ενθυμήθητι, και βλέπε ει εστίν άλλο τοιούτον θαύμα εν τη κτίσει». Και πάλι ο ίδιος «Και νυν ου λείπει τω Θεώ Δεβώρα, ου λείπει τω Θεώ Ισραήλ, έχομεν γαρ και ημείς την Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, ει γαρ η τυχούσα γυνή ενίκησε, πόσω μάλλον η του Χριστού μήτηρ καταισχύνει τους εχθρούς της αληθείας;» (Λόγ. περί του χρησίμως τας προφητείας ασαφείς είναι). Και πάλι ο ίδιος: «Εάν ουν είπωσιν ότι των ουρανίων εστίν ο Μελχισεδέκ, ή άλλου τινός χωρίου, ακουσάτωσαν ότι και αυτός γόνυ κάμπτει τω Χριστώ τω σαρκωθέντι εκ της Θεοτόκου Μαρίας, λέγει γαρ ο Απόστολος κτλ.» (Ίωάν. Χρυσοστ. εις Μελχισεδέκ τόμ. στ' 296). Και πάλι «ο Θεός ουν ου μόνον έβλεπε την των Ιουδαίων ακμάζουσα ευσέβειαν, αλλά και την μετά ταύτα των πιστών ευσέβειαν προήδει ότι έμελλε προϊέναι εκ της Ιουδαίας η Αγία Θεοτόκος παρθένος, προεώρα τον χορόν των Αποστόλων, προέβλεπε τα τάγματα των ομολογητών, τας μυριάδας των Ιουδαίων των μελλόντων πιστεύειν κτλ.» (εις την δ'. ήμερ. της Κοσμοποιΐας τόμ. στ'. σελ. 475).

Ο Πρόκλος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μαθητής του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και Πατέρας της Εκκλησίας λέει: «Συνεκάλεσαν ημάς νυν ενταύθα η Αγία Θεοτόκος και παρθένος Μαρία το αμόλυντον της παρθενίας κειμήλιον, ο λογικός του δευτέρου Αδάμ παράδεισος, το εργαστήριον της ενώσεως των φύσεων, η πανήγυρις του σωτηρίου συναλλάγματος, η παστάς εν η ο λόγος ενυμφεύσατο την σάρκα, η έμψυχος της φύσεως βάτος, η παρθένος και ουρανός, η μόνη Θεού προς ανθρώπους γέφυρα, ο φρικτός της οικονομίας ιστός, εν ω αρρήτως υφάνθη ο της ενώσεως χιτών...», (εγκωμ. εις την Θεοτόκον κτλ 6).

Ο Άγιος Αυγουστίνος το [400] (λόγ. περί φύσ. και χάριτ. κεφ. λστ') λέει: «Πλην μόνης της Θεοτόκου πάντες οι λοιποί ήμαρτον , κατά το, εάν ειπωμεν ότι αμαρτίαν ουκ έχομεν, ψευδόμεθα, μόνη γαρ η Θεοτόκος πλείονα έλαβε χάριν». Ο δε Ιερός Θεοδώρητος το [436] μαρτυρεί στεντορείως ότι είναι αποστολική παράδοση και διδασκαλία να ονομάζουμε την Μαριάμ Θεοτόκον, λέγει γαρ: «των πάλαι και πρόπαλαι της ορθοδόξου πίστεως κηρύκων κατά την Αποστολικήν παράδοσιν Θεοτόκον διδαξάντων ονομάζει και πιστεύει την του Κυρίου μητέρα» (Βλέπ. Θεοδ. επιστ. Σπορακίω τόμ. δ'. σελ. 639).

Ο [Γρηγόριος ο Νύσσης] εις την γέννησιν του Κυρίου (Τόμ. III σελ. 460) λέγει περί της μητρός του Κυρίου η «Θεομήτωρ Παρθένος», το δε θεομήτωρ ερρήθη κατά το θεοπάτωρ, όπερ είναι επίθετον αποδιδόμενον τω προφήτη Δαυίδ παρά των υμνογράφων και των Αρχαίων πατέρων της Εκκλησίας ένεκεν της εξ αυτού κατά σάρκα καταγωγής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Το κείμενο λήφτηκε από την ιστοσελίδα http://www.el.wikipedia.org/

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Εικόνων ευλογία, Θεού προσευχή και δοξολογία !



Διαβάζω από το βιβλίο του Mishel quenot , η "Η εικόνα Θέα της Βασιλείας" ,τα όσα καταγράφει η σύνοδος της Μόσχας,σε μια εποχή όπου οι κοσμικοί αγιογράφοι και τα εργαστήρια αφθονούν,επισημαίνοντας την παρακμή σ'αυτούς :
Ο αγιογράφος των εικόνων οφείλει να είναι ταπεινός, πράος, ευσεβής, ούτε να φλυαρεί, ούτε να ζηλοτυπεί, ούτε να γελοκοπά, ούτε να μεθοκοπά, ούτε να κλέβει'\πεέπει να φυλάσσει την σωματική και πνευματική καθαρότητα.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Αγιογράφοι και ιστορικοί της τέχνης μιλούν για τις απεικονίσεις του Ιησού


Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ζωγραφίζεται κατά το πρέπον, περισσότερον από όλα τα άλλα άγια πρόσωπα της θρησκείας μας», επισημαίνει ο Φώτης Κόντογλου στο βιβλίο του «Εκφρασις». Παντοκράτωρ και Ελεήμων, Βασιλεύς των Βασιλευόντων και Σωτήρ ή «Χριστός Ακρα Ταπείνωση» (όπως ονομάζονται οι εικόνες με την Αποκαθήλωσή του από τον Σταυρό), δεσπόζει, κυριαρχεί σε όλους τους χώρους της χριστιανικής λατρείας, άμεσα αναγνωρίσιμος, χάρη σε μια παράδοση αιώνων που του έχει προσδώσει μία σχεδόν συγκεκριμένη μορφή. Και έξω από τις εκκλησίες, ο Χριστός, που έχει εμπνεύσει κορυφαίους ζωγράφους όλων των εποχών, παραμένει και πάλι τις περισσότερες φορές γνώριμος, με τα ίδια χαρακτηριστικά, ακόμη και αν οι τεχνοτροπίες ή οι προθέσεις του κάθε καλλιτέχνη είναι διαφορετικές.

Ο «γνώριμος» Χριστός της ζωγραφικής, ο Χριστός με τα μακριά μαλλιά και τη γενειάδα, συναντάται από τα πρώτα κιόλας δείγματα της εκκλησιαστικής ζωγραφικής. Είναι η πιο χαρακτηριστική μορφή στον χώρο της αγιογραφίας. Πώς απέκτησε αυτά τα χαρακτηριστικά; Ποιοι είναι οι λόγοι που «επέβαλαν» αυτή τη συγκεκριμένη μορφή; Είναι η παράδοση, που χάνεται μέσα στον χρόνο, αυτός ο παράγοντας που μας δίνει εξηγήσεις, αλλά και που δεν μας αφήνει παράλληλα να βγάλουμε ένα απόλυτα συγκεκριμένο συμπέρασμα. Ο Χριστός ζωγραφίζεται έτσι, γιατί έτσι «ζωντάνευε» από τις περιγραφές των ιερών κειμένων, γιατί έτσι, για τον άλφα ή τον βήτα λόγο, «διασώθηκε» με την ανθρώπινη μορφή του ως σήμερα, από την παράδοση.


«Είναι τα ιερά κείμενα, είναι η τέχνη που υπάρχει από τα πρώιμα χριστιανικά χρόνια, είναι μια ολόκληρη σειρά παραδόσεων πίσω από τη μορφή του Χριστού, όπως αυτή συναντάται στην εκκλησιαστική ζωγραφική», λέει ο Γιάννης Καρούσος, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην τέχνη της εκκλησιαστικής ζωγραφικής. «Μέσα στο πέρασμα του χρόνου, ο ένας καλλιτέχνης διαδεχόταν τον άλλο και εμπνεόταν από το έργο του, καθένας "πάταγε" πάνω στη δημιουργία των άλλων για να φιλοτεχνήσει τις δικές του αγιογραφίες».


* Περιορισμοί και παραδόσεις


Ετσι, εύλογα, ο Χριστός, το ύψιστο σημείο αναφοράς της χριστιανικής θρησκείας, απέκτησε μια πολύ συγκεκριμένη μορφή, από την οποία πολύ σπάνια αποκλίνουν οι δημιουργοί. «Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως αισθανόμαστε περιορισμένοι», εξηγεί ο Γ. Καρούσος, «και δεν αναφέρομαι μόνο στην περίπτωση του Χριστού, αλλά γενικότερα σε όλη αυτή την τέχνη που σήμερα την χαρακτηρίζουμε ως αγιογραφία. Και εδώ ο καλλιτέχνης είχε και έχει ελευθερίες. Εχει τις ελευθερίες μέσα του. Ο μοναδικός περιορισμός του είναι το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού που καλείται να ζωγραφίσει. Εκεί μπορεί όλα να είναι καθορισμένα. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν τόσες πολλές σχολές εκκλησιαστικής ζωγραφικής, που ανάμεσά τους μπορεί να επιλέξει αυτή που του ταιριάζει περισσότερο, ώστε δεν μπορούμε να μιλούμε για περιορισμούς».


Από την εποχή των ψηφιδωτών και των τοιχογραφιών, από την εποχή των ξύλινων εικόνων ως σήμερα, η μορφή του Χριστού παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς των χριστιανικών αξιών. Οι απεικονίσεις της γνώριμης μορφής του σε διαφορετικές στιγμές της πορείας του ανάμεσα στους θνητούς συναντώνται όμοιες, αλλά και συνοδευόμενες από τα ιδιαίτερα στοιχεία τής κάθε εποχής όπου φιλοτεχνήθηκαν, σε όλα τα μέρη όπου έφθασε ο Χριστιανισμός. Η μορφή του αποτυπώθηκε στα ψηφιδωτά, «σε μια τέχνη και τεχνική που έχει ρίζες στην ύστερη αρχαιότητα», όπως επισημαίνει η Νανώ Χατζηδάκη, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, «η οποία όμως χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο αριθμό παλαιοχριστιανικών εκκλησιών», καθώς και σε φορητές εικόνες. Ο Χριστός στον τρούλο της Ροτόντας της Θεσσαλονίκης, ως θριαμβευτής (4ος αιώνας), ο Χριστός στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης ανάμεσα στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μονομάχο και στην αυτοκράτειρα Ζωή (1044) ή στην ίδια εκκλησία, ένθρονος, με τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ' να τον προσκυνά (912), ο Παντοκράτορας στη Μονή του Οσίου Λουκά, ο Χριστός στο μαυσωλείο της Galla Placidia στη Ραβέννα, ως καλός ποιμένας, είναι μερικές μόνο από τις πιο χαρακτηριστικές απεικονίσεις του σε ψηφιδωτά.


Από τον 12ο αιώνα, στις μεγάλες εικόνες, τις επονομαζόμενες δεσποτικές, ο Χριστός εμφανίζεται «στον τύπο του Παντοκράτορος, δηλαδή ντυμένος με χιτώνα και ιμάτιο, με το δεξί χέρι υψωμένο σε χειρονομία ευλογίας και κρατώντας στο αριστερό, κλειστό ή ανοιχτό, Ευαγγέλιο», σύμφωνα με τον καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Παναγιώτη Βοκοτόπουλο. Από τον 11ο αιώνα ξεκινά η φιλοτέχνηση της μορφής του Χριστού κατά την επικείμενη Δευτέρα Παρουσία, καθώς και «διάφορες παραλλαγές της Θεοτόκου, η οποία κρατεί με τρυφερότητα τον μικρό Χριστό που φαίνεται συχνά να παίζει μαζί της», μας πληροφορεί πάντα ο Π. Βοκοτόπουλος. Τον 12ο αιώνα εμφανίζεται «ο Χριστός Ακρα Ταπείνωση», νεκρός, με γερμένο το κεφάλι, ενώ «από τον 16ο αιώνα χρησιμοποιείται παράλληλα και ο τύπος του Χριστού Μεγάλου Αρχιερέως, με επισκοπική αμφίεση ­ σάκο, ωμοφόριο και μίτρα ­, που ευλογεί και κρατεί Ευαγγέλιο».


* Οι εικονογραφικοί τύποι


Ο Χριστός «ζωγραφίζεται συμφώνως με διάφορους εικονογραφικούς τύπους», σημειώνει ο Φ. Κόντογλου. «Ο πλέον σπουδαίος από αυτούς είναι ο τύπος του Παντοκράτορα, κατά τον οποίον ζωγραφίζεται η εικών του Κυρίου μέσα εις τον τρούλον, με την επιγραφή IC XC». Επίσης, ο «επί θρόνου ολόσωμος ημφιεσμένος με αρχαία ελληνικά φορέματα, ευλογών διά της δεξιάς, διά δε της αριστεράς κρατών, ακουμβισμένον εις το γόνατον, το άγιον Ευαγγέλιον, ανοικτόν ή κλειστόν, και πατών επάνω εις υποπόδιον με τους πόδας γυμνούς, φορώντας μόνον σανδάλια. Παριστάνεται ακόμα και ως Μέγας Αρχιερεύς, ημφιεσμένος αρχιερατικόν σάκκον, ωμοφόριον, επιμάνικα και επιγονάτιον, διά της δεξιάς ευλογών, διά δε της αριστεράς κρατών το Ευαγγέλιον ανοικτόν, εις το οποίον είναι γραμμένον: "Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου". Εις τας αρχαιοτέρας εικόνας ζωγραφίζεται με την κεφαλήν ασκεπή, όπως εις τον τύπον του Παντοκράτορος, ή φορεί μίτραν χαμηλήν, ομοίαν με των αυτοκρατόρων. Εις τους μεταγενέστερους χρόνους ο Χριστός ο Μέγας Αρχιερεύς ζωγραφίζεται φορών υψηλήν μίτραν, όπως είναι των αρχιερέων τής σήμερον».


Η δυνατή, «συγκεκριμένη» παράδοση συνόδευε και συνοδεύει πάντα την εικαστική δημιουργία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στη Δύση, οι δημιουργοί συχνά πήραν μεγαλύτερες ελευθερίες, μεταφέροντας τον Χριστό σε σύγχρονές τους εποχές, φιλοτεχνώντας συχνά έργα τολμηρά. Ο ασυνήθιστος ρεαλισμός της «Σταύρωσης» του Μαζάτσιο (1426), με τη Μαρία Μαγδαληνή γονατισμένη στη βάση του Σταυρού να έχει αφήσει ελεύθερα τα κατάξανθα μαλλιά της στις πλάτες της, ο ρομαντικός σχεδόν Ιησούς του Μπεάτο Φρα Αντζέλικο (1437 περίπου), η τολμηρή «Παναγία θηλάζουσα» του Ρομπέρτου Καμπίν (1430) με τη Θεομήτορα μέσα σε ένα αστικό φλαμανδικό σπίτι του 15ου αιώνα, να δίνει το στήθος της στο βρέφος, η τραγική «Αποκαθήλωση» του Καραβάτζιο, έντονα ρεαλιστική, σχεδόν σαν φωτογραφία... είναι ελάχιστα μόνο δείγματα μιας τεράστιας παραγωγής έργων τέχνης εμπνευσμένων από τον βίο του Χριστού.


Το φαινόμενο Ιησούς Χριστός και ολόκληρη η πορεία του Χριστιανισμού μέσα στον χρόνο ήταν τόσο δυνατά, που εύλογα απασχόλησαν ιδιαίτερα έντονα τους καλλιτέχνες. Ο Χριστός, είτε είναι αυστηρός και απόλυτα συγκεκριμένος, όπως στη βυζαντινή τέχνη, είτε πιο τρυφερός με μεγαλύτερες ελευθερίες στην έκφραση και στην κίνηση όπως στην Αναγέννηση και στις εποχές που την ακολούθησαν, ρεαλιστικός ή ποιητικός, ανθρώπινος ή σύμβολο - πνεύμα, θα μπορούσε να αποτελέσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ενότητα για τον ερευνητή της παγκόσμιας ιστορίας των εικαστικών τεχνών: με πλήθος έργα εμπνευσμένα από το πέρασμά του από τη γη, είτε αυτά έχουν φιλοτεχνηθεί για λατρευτικούς σκοπούς είτε ως μεμονωμένες στιγμές από την πορεία διάσημων καλλιτεχνών στην κοσμική ζωγραφική.


Το άρθρο αυτό λήφτηκε από την ιστοσελίδα http://www.tovima.gr/ - ΚΟΣΜΑΣ ΒΙΔΟΣ Κυριακή 27 Απριλίου 1997 .

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Παναγία - Η Χαρά των Χριστιανών( Φώτης Κόντογλου)


Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ' η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση.
Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι' ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της.

Μέσα στο καθένα από αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών».

Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ' η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι' αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα.

Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι' αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ' αυτόν τον καλόν ποιμένα.

Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό. Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ'; αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία.

Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας.

Κοντά σ' αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πεί Μήτηρ Θεού.

Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονάματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη. Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ'; ουρανού κ'; εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ' αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου.

Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της (2). Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ'; είπε: Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι' από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ' αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι' είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σε όσα της είπεν ο Κύριος.

Κι' είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι' αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ' ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ' είναι αγιασμένο τ' όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του». Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας.

Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ' τ' αριστερά, σπάνια απ' τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά και σοβαρά με το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι' ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφίνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της. Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο.

Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ'; αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ'; ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό,διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή.

Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ' ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ' άλλα.
Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό. Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό.

Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ' αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ' η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι' αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ' άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι.

Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ' αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι' άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πρώτον.

Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ' αγιασμένο τ' όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ' αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της.

Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ' όποιο μέρος κι' αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν ακούσει απ' ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ' Αγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσος και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ - "Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας"

Απολυτίκιον

Το προσταχθέν μυστικώς λαβών έν γνώσει,εν τή σκηνή του Ιωσήφ σπουδή επέστη,ο ασώματος λέγων τή Απειρογάμω. Ο κλίνας τή καταβάσει τους ουρανούς,χωρείται αναλλοιώτως όλος εν σοι·ον καί βλέπων εν μήτρα σου,λαβόντα δούλου μορφήν,εξίσταμαι κραυγάζειν σοι·
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,ειπείν τή Θεοτόκω το Χαίρε· (εκ γ')καί συν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σεθεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζωνπρός αυτήν τοιαύτα·
χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
χαίρε δι' ης η αρά εκλείψει
χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις
χαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
χαίρε βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς
χαίρε ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα
χαίρε ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα
χαίρε γαστήρ ενθέου σαρκώσεως
χαίρε δι' ης νεουργήται η κτίσις
χαίρε δι' ής βρεφουργείται ο Κτίστης.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Βλέπουσα η Αγία, εαυτήν εν αγνεία,φησί τω Γραβριήλ θαρσαλέως·το παράδοξόν σου της φωνής, δυσπαράδεκτόν μου τή ψυχή φαίνεται·ασπόρου γαρ συλλήψεως, τήν κύησιν πώς λέγεις κράζειν·
Αλληλούϊα.


Γνώσιν άγνωστον γνώναι, η Παρθένος ζητούσα,εβόησε πρός τόν λειτουργούντα·εκ λαγόνων αγνών,Υιόν πώς εστι τεχθήναι δυνατόν; λέξον μοι·πρός ην εκείνος έφησεν εν φόβω, πλην κραυγάζων ούτω·
χαίρε βουλής απορρήτου μύστις
χαίρε σιγής δεομένων πίστις
χαίρε των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον
χαίρε των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον
χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι' ής κατέβει κατέβη ο Θεός
χαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης πρός ουρανόν
χαίρε το των Αγγέλων πολυθρύλητον θαύμα
χαίρε το των δαιμόνων πολυθρήνητων τραύμα
χαίρε το φώς μηδένα διδάξασα
χαίρε σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν
χαίρε πιστών καταυγάζουσα φρένας.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Δύναμις του Υψίστου, επεσκίασε τότε,πρός σύλληψιν τή Απειρογάμω·καί τήν εύκαρπον ταύτης νηδύν, ως αγρόν υπέδειξεν ηδύν άπασι,τοις θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, εν τω ψάλλειν ούτως·
Αλληλούϊα.


Έχουσα θεοδόχον η Παρθένος τήν μήτραν,ανέδραμε πρός τήν Ελισάβετ,το δε βρέφος εκείνης ευθύς, επιγνόν τόν ταύτης ασπασμόν, έχαιρε!Καί άλμασιν ως άσμασιν, εβόα πρός τήν Θεοτόκον.
χαίρε βλαστού αμαράντου κτήμα
χαίρε γεωργόν γεωργούσα Φιλάνθρωπον
χαίρε φυτουργόν της ζωής ημών φύουσα
χαίρε άρουρα βλαστάνουσα ευφορίαν οιοκτιρμών
χαίρε τράπεζα βαστάζουσα ευθηνίαν ιλασμών
χαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναθάλλεις
χαίρε ότι λιμένα των ψυχών ετοιμάζεις
χαίρε δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα
χαίρε παντός του κόσμου εξίλασμα
χαίρε Θεού πρός θνητούς ευδοκία
χαίρε θνητών προς Θεόν παρρησία.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων,ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη, πρός τήν άγαμόν σε θεωρών,καί κλεψίγαμον υπονοών άμεμπτε·μαθών σε σου τήν σύλληψιν εκ Πνεύματος Αγίου έφη·
Αλληλούϊα.


Ήκουσαν οι Ποιμένες, των Αγγέλων υμνούντων,τήν ένσαρκον Χριστού παρουσίαν·καί δραμόντες ως πρός ποιμένα,θεωρούσι τούτον ως αμνός άμωμον,εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα,ην υμνούντες είπον·
χαίρε αμνού καί Ποιμένος Μήτηρχαίρε αυλή λογικών προβάτωνχαίρε αοράτων εχθρών αμυντήριον
χαίρε Παραδείσου θυρών ανοικτήριον
χαίρε ότι τα ουράνια συναγάλλεται τή γη
χαίρε ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς
χαίρε των Αποστόλων το ασίγητον στόμα
χαίρε των Αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος
χαίρε στερρόν της πίστεως έρισμα
χαίρε λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα
χαίρε δι ης εγυμνώθη ο Άδης
χαίρε δι ης ενεδύθημεν δόξαν.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Θεοδρόμον αστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι,τή τούτου ηκολούθησαν αίγλη·καί ως λύχνον κρατούντες αυτόν, δι' αυτού ηρεύνων κραταιόν άνακτα·καί φθάσαντες τόν άφθαστον, εχάρησαν αυτώ βοώντες·
Αλληλούϊα.


Ίδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της παρθένου,]τόν πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους·καί δεσπότην νοούντες αυτόν, ει καί δούλου έλαβε μορφήν,έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι, καί βοήσαι τή ευλογημένη·
χαίρε αστέρος αδύτου μήτηρ
χαίρε αυγή μυστικής ημέρας
χαίρε της απάτης τήν κάμινον σβέσασα
χαίρε της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα
χαίρε τύρρανον απάνθρωπον εκβαλούσα της αρχής
χαίρε Κύριον Φιλάνθρωπον επιδείξασα Χριστόν
χαίρε η της βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας
χαίρε η του βορβόρου ρυομένη των έργων
χαίρε πυρός προσκύνησιν παύσασα
χαίρε φλογός παθών απαλλάττουσα
χαίρε πιστών οδηγέ σωφροσύνης
χαίρε πασών γενεών ευφροσύνη.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οι Μάγοι,υπέστρεψαν εις τήν Βαβυλώνα·εκτελέσαντές σου τόν χρησμός, καί κυρήξαντές σε τόν Χριστόν άπασιν,αφέντες τόν Ηρώδην ως ληρώδη, μή ειδότα ψάλλειν·
Αλληλούϊα.


Λάμψας εν τή Αιγύπτω, φωτισμόν αληθείας,εδίωξας του ψεύδους το σκότος·τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ, μή ενέγκαντά σου τήν ισχύν πέπτωκεν,οι τούτων δε ρυσθέντες, εβόων πρός τήν Θεοτόκον
χαίρε άνόρθωσις των ανθρώπων
χαίρε κατάπτωσις των δαιμόνων
χαίρε της απάτης τήν πλάνην πατήσασα
χαίρε των ειδώλων τόν δόλον ελέγξασα
χαίρε θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τόν νοητόν
χαίρε πέτρα η ποτίσασα τους διψώντας τήν ζώην
χαίρε σκέπη του κόσμου πλατυρέρα νεφέλης
χαίρε τροφή του Μάννα διάδοχε
χαίρε τρυφής αγίας διάκονε
χαίρε η γή της επαγγελίας
χαίρε εξ ης ρέει μέλι καί γάλα.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Μέλλοντος Συμεώνος,του παρόντος αιώνος,μεθίστασθαι του απατεώνος,επεδόθης ως βρέφος αυτώ, αλλ' εγνώσθης τούτω καί Θεός τέλειος·διόπερ εξεπλάγη σου τήν άρρητον σοφίαν κράζων·
Αλληλούϊα.


Νέαν έδειξε κτίσιν, εμφανίσας ο Κτίστις,ημίν τοις υπ' αυτού γενομένοις·εξ απόρου βλαστήσας γαστρός, καί φυλάξας ταύτη ώσπερ ην άφθορον,ίνα το θαύμα βλέποντες, υμνήσωμεν αυτήν βοώντες·
χαίρε το άνθος της αφθαρσίας
χαίρε το στέφος της εγκρατείας
χαίρε αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα
χαίρε των αγγέλων τόν βίον εμφαίνουσα
χαίρε κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις
χαίρε απογεννώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις
χαίρε Κτιστού δικαίου δυσώπησις
χαίρε πολλών πταιόντων συγχώρησις
χαίρε στολή των γυμνών παρρησίας
χαίρε στοργή πάντα πόθον νικώσα.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Ξένον τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου, τόν νουν εις ουρανόν μεταθέντες· διά τούτο γαρ ο υψηλός Θεός, επί γης εφάνη ταπεινός άνθρωπος, βουλόμενος ελκύσαι πρός το ύψος, τους αυτώ βοώντας·
Αλληλούϊα.


Όλος ην εν τοις κάτω, καί των άνω ουδόλως, απήν ο απερίραπτος Λόγος· συγκατάβασις γαρ θεϊκή, ου μετάβασις δε τοπική γέγονε, καί τόκος εκ Παρθένου θεολήπτου, ακουούσης ταύτα·
χαίρε Θεού αχωρήτου χώραχαίρε σεπτού μυστηρίου θύρα
χαίρε των απίστων αμφίβολον άκουσμα
χαίρε των πιστών αναμφίβολον καύχημα
χαίρε όχημα πανάγιον του επί των Χερουβίμ
χαίρε οίκημα πανάριστον του επί των Σεραφίμ
χαίρε η ταναντία εις ταυτό αγαγούσα
χαίρε η παρθενίαν καί λοχείαν ζευγνύσα
χαίρε δι ης ελύθη παράβασις
χαίρε δι ης ηνοίχθη Παράδεισος
χαίρε η κλεις της Χριστού Βασιλείας
χαίρε ελπίς αγαθών αιωνίων.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Πάσα φύσις Αγγέλων, κατεπλάγη το μέγα, της σης εναθρωπίσεως έργον· τόν απρόσιτον γάρ ως Θεόν, εθεώρει πάσι προσιτόν άνθρωπον, ημίν μεν συδιάγοντα, ακούοντα δε παρά πάντων ούτως·
Αλληλούϊα.


Ρήτορας πολυφθόγους, ως ιχθύας αφώνους, ορώμεν επί σοι Θεοτόκε· απορούσι γαρ λέγειν το πώς καί Παρθένος μένεις καί τεκείν ίσχυσας·ημείς δε το μυστήριον θαυμάζοντες, πιστώς βοώμεν·
χαίρε σοφίας Θεού δοχείον
χαίρε προνοίας αυτού ταμείον
χαίρε φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα
χαίρε τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα
χαίρε ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί
χαίρε ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί
χαίρε των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα
χαίρε των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα
χαίρε βυθού αγνοίας εξέλκουσα
χαίρε πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα
χαίρε ολκάς των θελόντων σωθήναι
χάιρε λιμήν των του βίου πλωτήρων.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Σώσαι θέλων τόν κόσμον, ο των όλων κοσμήτωρ, πρός τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε· καί ποιμήν υπάρχων ως Θεός, δι ημάς εφάνη καθ' ημάς άνθρωπος·ομοίω γάρ το όμοιον καλέσας, ως Θεός ακούει·
Αλληλούϊα.


Τείχος ει των Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καί πάντων των εις σε προστρεχόντων· ο γαρ του ουρανού καί της γης, κατεσκεύασέ σου, καί πάντας σοι προσφωνείν διδάξας·
χαίρε η στήλη της παρθενίας
χαίρε η πύλη της σωτηρίας
χαίρε αρχηγέ νοητής αναπλάσεως
χαίρε χορηγέ θεΪκής αγαθότητος
χαίρε συ γάρ ανεγέννησας τους συλληφθέντας αισχρώς
χαίρε συ γαρ ενουθετησας τους συληθέντας τόν νούν
χαίρε η τόν σπορέα της αγνείας τεκούσα
χαίρε παστάς ασπόρου νυμφεύσεως
χαίρε πιστούς Κυρίω αρμόζουσα
χαίρε καλή κουροτρόφε παρθένων
χαίρε ψυχών νυμφοστόλε αγίων.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Ύμνος άπας ηττάται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων,τω πλήθει των πολλών οικτιρμών σου· ισαρίθμους γαρ τή ψάμμω ωδάς, αν προσφέρωμέν σοι Βασιλεύ άγιε, ουδέν τελούμεν άξιον, ών δέδωκας ημίν, τοις σοι βοώσιν·
Αλληλούϊα.


Φωτοδόχον λαμπάδα, τοις εν σκότει φανείσαν,ορώμεν τήν αγίαν Παρθένον·το γάρ άϋλον άπτουσα φως,οδηγεί πρός γνώσιν θεϊκήν άπαντας, αυγή τόν νουν φωτίζουσα, κραυγή δε τιμωμένη ταύτα·
χαίρε ακτίς νοητού ηλίου
χαίρε βολίς του αδύτου φέγγους
χαίρε αστραπή τας ψυχάς καταλάμπουσα
χαίρε ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα
χαίρε ότι τόν πολύφωτον ανατέλλεις φωτισμόν
χαίρε ότι το πολύρρυτον αναβλύζεις ποταμόν
χαίρε της κολυμβύθρας ζωγραφούσα τόν ρύπον
χαίρε λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν
χαίρε κρατήρ κιρνών αγαλλίασιν
χαίρε οσμή της Χριστού ευωδίας
χαίρε ζωή μυστικής ευωχίας.
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Χάριν δούναι θελήσας, οφλημάτων αρχαίας,ο πάντων χρεωλύτης ανθρώπων, επεδήμησε δι εαυτού, πρός τους αποδήμους της αυτού χάριτος·καί σχίσας το χειρόγραφον, ακούει παρά πάντων ούτως·
Αλληλούϊα.


Ψάλλοντές σου τόν τόκον, ανυμνούμεν σε πάντες,ως έμψυχον ναόν Θεοτόκε·εν τή ση γαρ οικήσας γαστρί, ο συνέχων πάντα τή χειρί Κύριος ηγίασεν,εδόξασεν, εδίδαξεν βοάν σοι πάντας·
χαίρε σκηνή του Θεού καί Λόγου
χαίρε αγία αγίων μείζων
χαίρε κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι
χαίρε θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε
χαίρε τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών
χαίρε καύχημα σεβάσμιον ιερέων ευλαβών
χαίρε της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος
χαίρε της βασιλείας το απόρθητον τείχος
χαίρε δι ης εγείρονται τρόπαια
χαίρε δι ης εχθροί καταπίπτουσι
χαίρε χρωτός του εμού θεραπεία
χαίρε ψυχής της εμής σωτηρία
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.


Ώ πανύμνητε Μήτερ, η τεκούσα τόν πάντων Αγίων αγιώτατον Λόγον (εκ γ')δεξαμένη τήν νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας· καί της μελλούσης κολάσεως, τους συμβοώντας·
Αλληλούϊα.


ΚοντάκιονΉχος πλ. δ'.


Τή υπερμάχω.Τή υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια Αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε. Αλλ' ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον Εκ παντίων μέ κινδύνων ελευθέρωσονΊνα κράζω σοι·
Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε .
Το κείμενο λήφτηκε από την Ορθόδοξη Χριστιανική σελίδα http://www.2cytanet.com/

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Ο Άγιος Δημήτριος

O Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280-284 μ.Χ. και πέθανε το 303 ή το 305 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη και αποτελεί ένα από τους Μεγαλομάρτυρες της Χριστιανοσύνης. Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη.

Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303, διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Σύμφωνα με την παράδοση, μέσα στη φυλακή ευλόγησε τον μαθητή του Νέστορα να νικήσει τον ειδωλολάτρη παλαιστή Λυαίο. Η νίκη του Νέστορα εξόργισε τον Γαλέριο και έτσι ο μεν Νέστορας αποκεφαλίστηκε, ο δε Δημήτριος δολοφονήθηκε με λογχισμό στα πλευρά.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο να πατά τον άπιστο Λυαίο.
Είναι πολιούχος της Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται ο ομώνυμος ναός πάνω από τον τάφο του. Εορτάζει στις 26 Οκτωβρίου.

Τροπάρια Αγίου Δημητρίου

1. Απολυτίκιο

Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις Σε υπέρμαχον η οικουμένη Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον Ως ουν Λυαίου καθείλες την έπαρσιν,εν τω σταδίω θαρρύνας τον Νέστορα, ούτως, Άγιε Μεγαλομάρτυς Δημήτριε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

2. Κοντάκιο

Τοις των αιμάτων σου ρείθροις, Δημήτριε ,την Εκκλησίαν Θεός επορφύρωσεν, ο δους σοι το κράτος αήτητον και περιέπων την πόλιν σου άτρωτον, αυτής γαρ υπάρχεις το στήριγμα.

3. Μεγαλυνάριο

Τον μέγαν οπλίτην και αθλητήν τον στεφανηφόρον και εν μάρτυσι θαυμαστόν, τον λόγχη τρωθέντα πλευράν ως ο Δεσπότης, Δημήτριον τον θείον, ύμνοις τιμήσωμεν.

Τα βιογραφικά και λοιπά στοιχεία λήφτηκαν από την ιστοσελίδα http://www.el.wikipedia.org/

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Ο Άγιος Αντώνιος




Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή μοναχισμό. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε πλήρης ημερών, στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του. Το βίο του έγραψε ο Μέγας Αθανάσιος, με τον οποίο γνωριζόταν προσωπικά.

Ο Αντώνιος ο Μέγας γεννήθηκε γύρω στο
251 στην πόλη Κομά της Άνω Αιγύπτου, κοντά στη Μέμφιδα, από πλούσιους αλλά ευλαβείς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια και η ολιγάρκεια. Ορφάνεψε σε ηλικία περίπου 20 ετών και από τους δύο γονείς του και απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του.

Έμαθε μόνος τα γράμματα που θεωρούσε βασικά. Ήταν γνώστης της Αγίας Γραφής, που την είχε αποστηθίσει. Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε στον πλούσιο νέο : πώλησον τα υπάρχοντά σου και δος πτωχοίς. Συγκινημένος από την ευαγγελική περικοπή, διένειμε την περιουσία του στους φτωχούς. Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ' ένα μοναστήρι.

Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, τρώγοντας ελάχιστο ψωμί κάθε μέρα. Έπειτα από είκοσι ολόκληρα χρόνια σκληρής ασκήσεως πνευματικού αγώνα, ακατάπαυστης προσευχής και φοβερών πειρασμών, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε ανθρώπους. Η αποδοχή που είχε ήταν ευρύτατη και μάλιστα έρχονταν σε αυτόν για να τους θεραπεύσει ακόμα. Θεράπευε τους ασθενείς ου προστάζων, αλλά ευχόμενος και τον Χριστόν ονομάζων.

Αργότερα πήγε κοντά στα ερείπια ενός φρουρίου και κατοίκησε σε σπήλαιο χωρίς να τον βλέπει κανένας και χωρίς να δέχεται κανέναν παρά μόνο έναν γνωστό του, ο οποίος του έφερνε κάθε έξι μήνες ψωμί για ολόκληρο το εξάμηνο. Νυχθημερόν έκανε ασκητικούς αγώνες με τους οποίους νέκρωσε τα σκιρτήματα των παθών, έφτασε στο βαθμό της απάθειας, υπερβαίνοντας τα όρια της ανθρώπινης φύσης.

Το 311, στους φοβερούς διωγμούς των χριστιανών που οργανώθηκαν την εποχή του Μαξιμιανού εγκατέλειψε το ερημητήριό του και έδωσε τη σκληρή μάχη του πιστού κατά της ειδωλολατρίας και της απάτης. Το ίδιο έγινε σαράντα χρόνια αργότερα όταν σε ηλικία εκατό χρονών κατήλθε για μια ακόμη φορά, στην Αλεξάνδρεια, για να καταπολεμήσει την αίρεση του Αρείου. Είχε αλληλογραφία με το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους γιους του οι οποίοι τον σέβονταν βαθύτατα και ζητούσαν τις συμβουλές του. Μαρτυρείται ότι, ενώ ο Άγιος βρισκόταν ακόμα στη ζωή, έβλεπε τις ψυχές των ανθρώπων που εξέρχονταν από το σώμα τους, καθώς και τους δαίμονες που τις οδηγούσαν.

Ο Μέγας Αντώνιος κοιμήθηκε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του, ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία "εγγύς ετών πέντε και εκατόν". Η μνήμη του γιορτάζεται στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο βίος του και η υποδειγματική συνέπειά του, αποτελούν αιώνια πηγή, απ' όπου μπορούν οι άνθρωποι κάθε εποχής να αντλήσουν ζωντανά διδάγματα. Η άσκηση και η απομόνωση, όπως την εννοεί ο Μέγας Αντώνιος δε σημαίνει τέλεια αδράνεια του σώματος αλλά ισόρροπη συνάντηση με την ψυχή. Η προσευχή και η νηστεία αποτελούν ένα μέρος από τη δραστηριότητα του μοναχού, βοηθητικά μέσα απαραίτητα για την ανθρώπινη τελείωση.

Δίδασκε στους μαθητές του να μην θεωρούν τίποτε ανώτερο από την αγάπη του Χριστού και να μη νομίζουν ότι στερούνται κάτι αξιόλογο με την αποχή από τα κοσμικά αγαθά. Θύμιζε επίσης ότι η ανθρώπινη ζωή είναι εφήμερη, σε αντίθεση με το μέλλοντα αιώνα.Κατέληγε λέγοντας ότι δε θα πρέπει να κοπιάζουμε για την απόκτηση πρόσκαιρων αγαθών αλλά για την απόκτηση αιώνιων αγαθών, που είναι αρετές, όπως η σωφροσύνη, η φρόνηση, η αγάπη και η σύνεση.

Τα βιογραφικά λήφτηκαν από την ιστοσελίδα http://www.el.wikipedia.org/